Ο Μπάνε Πρέλεβιτς άνοιξε την καρδιά και το μυαλό του στο Man to Man Powered by Stoiximan, σε μια συνέντευξη-κατάθεση ψυχής. Ο άνθρωπος που ταυτίστηκε όσο λίγοι με τον ΠΑΟΚ μίλησε για τη ζωή του στο παρκέ και έξω από αυτό, για τις αποφάσεις, τις ήττες, τα μεγάλα σουτ, αλλά και για το πώς άλλαξε το μπάσκετ από την εποχή του μέχρι σήμερα.

Ο άλλοτε ηγέτης του Δικεφάλου, που υπηρέτησε τον σύλλογο ως παίκτης, προπονητής και πρόεδρος, γύρισε πίσω στον χρόνο: από τα πρώτα του βήματα στο Βελιγράδι και τη μετακόμιση στη Θεσσαλονίκη, μέχρι τα ντέρμπι μιας άλλης εποχής και τα Final Four που σημάδεψαν μια γενιά.

Αναλυτικά οι δηλώσεις του Μπάνε Πρέλεβιτς:

Για το ξεκίνημά του στο Βελιγράδι και μετεγγραφή στον ΠΑΟΚ το 1988:

«Στο μπάσκετ με τράβηξε ο πατέρας μου που ήταν μπασκετμπολίστας και ο ενθουσιασμός, στην πρώτη οργανωμένη προπόνηση, από το ήχο “σσσς” που κάνει η μπάλα στο διχτάκι. Η γενιά μου δεν είχε τη σκέψη ότι θα γίνει επάγγελμα… Στο τοπικό γήπεδο, όπου δεν έπαιζαν επαγγελματίες, εκείνα τα μονά ήταν πιο δύσκολα και ήταν ντροπή να ζητήσεις φάουλ! Εκείνο το παιδί ονειρευόταν Ολυμπιακούς Αγώνες και κύπελλα, αλλά όχι για οικονομικό κέρδος… Ο ΠΑΟΚ ήταν διαίσθηση ότι αυτό πρέπει να κάνω».

Για τα μαθήματα της ήττας και το βιβλίο του «Η δύναμη της ήττας»:

«Η ίδια η ήττα σε αναγκάζει να τη δεις από διαφορετικές προσεγγίσεις. Ή θα τα παρατήσεις ή θα συνεχίσεις. Η αποτυχία σού δείχνει τα λάθη και τι πρέπει να αλλάξεις. Την ήττα δεν πρέπει να τη φοβόμαστε και είναι απαραίτητη διαδικασία προς την επιτυχία… Το βιβλίο δεν είναι αυτοβιογραφία και είναι πιο δύσκολο οι λέξεις σε μία σελίδα παρά να σκοράρεις!».

Για τον πόλεμο στην πρώην Γιουγκοσλαβία και το ότι δεν έπαιξε στην Εθνική:

«Το 1991 είχα τους γονείς και την αδερφή μου εκεί και όπως όλοι από το εξωτερικό προσπαθούσαμε να βοηθήσουμε, με πίκρα ότι δεν μπορείς να κάνεις και να αποδεχτείς τα γεγονότα. Πολλές οικογένειας από την Ελλάδα βοήθησαν και φιλοξενούσαν παιδιά… Για την Εθνική δεν έχω απωθημένο. Δεν έχω γενικά απωθημένα. Έχω μάθει να αποδέχομαι τις καταστάσεις που δεν μπορώ να ελέγξω και προχωράω».

Για την αποχώρηση σε ηλικία 34 ετών:

«Δεν μπορούσα να συνεχίσω να παίζω με τον τρόπο που θέλω, που όμως είναι εγωιστικό και λάθος! Το εγώ δεν είναι πάντα φίλος σου. Να είναι συνεργάτης, αλλά να μη σου λέει τι θα κάνεις… Μιλώ με παίκτες στο τέλος της καριέρας τους, που πονάνε τα πόδια τους και τούς λέω “άλλαξε τον τρόπο παιχνιδιού, βρες διαφορετικό ρόλο, να τρέχεις λιγότερο και μη σταματάς μέχρι κάποιος να σε πληρώνει να αγωνίζεσαι!”».

Για τον χαμένο ημιτελικό του F4 του 1993 με τη Μπενετόν:

«Χάθηκε γιατί σε αυτά τα ματς κερδίζει εκείνος με τις μεγάλες φάσεις, τα μεγάλα σουτ. Η Μπένετον το έκανε, εμείς όχι… Μετά έγιναν μεγάλες αλλαγές στον ΠΑΟΚ και την επόμενη χρονιά κατακτήσαμε το Κόρατς. Κάθε αποτυχία, αν τη χρησιμοποιήσεις σωστά, θα σε οδηγήσει κάπου καλύτερα».

Για την ψυχολογία του σουτέρ:

«Πάντα πρέπει να το βλέπεις ότι και μετά από δέκα άστοχα, θα πετύχω το επόμενο. Κάθε φορά που σκέφτεσαι αν πρέπει να κάνεις το σουτ, το χάνεις… Το σουτ είναι ένστικτο, δεν θέλει σκέψη. Για το νικητήριο σουτ δεν πρέπει να φοβάσαι να πάρεις την ευθύνη, να μην σε ενδιαφέρει τι θα πουν μετά, όταν θα το χάσεις».

Για αν θα χωρούσε στην ίδια πεντάδα με τον Νίκο Γκάλη και το Νο7 στην οροφή του PAOK Sports Hall:

«Βέβαια. Θα ήταν δύσκολη η δουλειά του προπονητή, αλλά θα ήταν δικό του πρόβλημα!»… Η φανέλα εκεί ψηλά είναι η μεγαλύτερη τιμή για έναν αθλητή ομαδικού σπορ. Δεν το πίστευα μέχρι να το ζήσω».

Για τη συνεργασία με τους κόουτς Ίβκοβιτς και Ιωαννίδη:

«Στο τελευταίο τάιμ άουτ σε ματς με τον Άρη, ο “Ντούντα”δίνει εντολή να πάει η μπάλα από τον Μπουντούρη στον Μπάρλοου. Λέω, “αν δεν γίνει, να την πάρω εγώ;”. Δεν απαντάει. Παίρνω μπάλα, βάζω το νικητήριο καλάθι, πάμε αποδυτήρια μετά τους πανηγυρισμούς και μου κάνει επίθεση: “Άλλο είπα εγώ! Ποιος νομίζεις ότι είσαι;” Ήθελε να δείξει ποιος είναι το αφεντικό, άσχετα τι πίστευε…Ο Ιωαννίδης στην ΑΕΚ ήταν δύσκολος. Δεν είχε… μαλακώσει. Πήγαινε στην Αμερική, τους άκουγε, αλλά μέσα του έλεγε… “σιγά μην ξέρουν αυτοί τι τους γίνεται!”. Με την ΑΕΚ μπορεί και να κάναμε τη μεγαλύτερη έκπληξη στην Ευρωλίγκα, φτάνοντας στον τελικό του 1998».

Για τη θέση του προπονητή και του προέδρου στον ΠΑΟΚ:

«Κάθε δραστηριότητα μετά την καριέρα μου ως παίκτης ήταν κάτι τύπο… “έλα να βοηθήσεις”. Η ομάδα είχε βγει από καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης και με το “έλα να βοηθήσεις” κάθισα πέντε χρόνια στον πάγκο και οκτώ ως παράγοντας. Έτσι, συμπλήρωσα καμιά τριανταριά χρόνια στον ΠΑΟΚ».

Για το «νέο», σύγχρονο μπάσκετ:

«Το άθλημα άλλαξε. Παλιά ήταν η ισχυρή άποψη και οι αξίες του προπονητή. Η επικοινωνία με τον παίκτη άλλαξε πλέον και ο αθλητής έχουν περισσότερα δικαιώματα, μπορεί να πει “φεύγω” και σε τρεις μέρες βρίσκει ομάδα. Οι “στρατιωτικοί” κόουτς πέρασαν… Πλέον ο παίκτης πρέπει να είναι αθλητής. Στην εποχή μου έπαιζες και με λίγο… κοιλίτσα! Αν σε αυτό βάλεις και το ταλέντο, πας στο ΝΒΑ».

Για τη Stoiximan GBL και την αγωνιστική άνοδο των ομάδων της Θεσσαλονίκης:

«Το ελληνικό πρωτάθλημα είχε πάντα μπασκετικό επίπεδο… Από τη Θεσσαλονίκη δεν έλειπε ποτέ η μπασκετική τεχνογνωσία και τώρα δημιουργούνται συνθήκες και στις δύο ομάδες να διεκδικήσουν κάτι καλύτερο. Φαίνεται ότι δημιουργείται διαφορετική κατάσταση με ΠΑΟΚ, Άρη και Ηρακλή και θα αυξηθεί περισσότερο το ενδιαφέρον».