Με παγωμένη διάθεση υποδέχθηκαν αρκετοί φίλαθλοι του ΠΑΟΚ τη μεταγραφή του Γερεμέγεφ, κυρίως επειδή είχε δημιουργηθεί μια λανθασμένη εντύπωση πως ο «Δικέφαλος» θα κινηθεί για κάτι πολύ πιο «βαρύ» στη θέση του σέντερ φορ. Από τον Σεπτέμβριο κιόλας, γινόταν ψευδώς, όπως αποδείχθηκε– λόγος για έναν συγκεκριμένο και σημαντικό στόχο που υποτίθεται ότι είχε «κλειδώσει» ο ΠΑΟΚ.
Η πραγματικότητα, όμως, ήταν μία και ξεκάθαρη: ο ΠΑΟΚ δεν είχε πρόθεση να δαπανήσει μεγάλα ποσά για τη θέση του φορ, από τη στιγμή που ήδη καταβάλλονται αρκετά εκατομμύρια για τους Τσάλοφ και Γιακουμάκη. Μάλιστα, από τη στιγμή που ο Γιακουμάκης έδειξε ότι μπορεί να σταθεί βασικός, να πρωταγωνιστήσει και να βοηθήσει ουσιαστικά την ομάδα στον μεγάλο στόχο της κατάκτησης του τίτλου, έγινε σαφές ότι ο σχεδιασμός προέβλεπε έναν φορ συμπληρωματικό, έναν παίκτη ρόλου και όχι πρώτο όνομα.
Με αυτά τα δεδομένα και σε συνδυασμό με τον τραυματισμό του Γιακουμάκη, που ανάγκασε τον ΠΑΟΚ να κινηθεί με βιασύνη, έχοντας καθυστερήσει να καλύψει τη θέση νωρίτερα ο Γερεμέγεφ, φάνηκε στο μυαλό του Ραζβάν Λουτσέσκου ως η πιο ρεαλιστική και λειτουργική λύση. Άλλωστε, στην αγορά του Ιανουαρίου, με 200.000–300.000 ευρώ για ένα εξάμηνο, το να βρεθεί παίκτης που: να έρθει άμεσα να προσαρμοστεί γρήγορα και να προσφέρει αγωνιστικά ήταν εξαιρετικά δύσκολο.
Έτσι, το γεγονός ότι ο Λουτσέσκου ήθελε τον Γερεμέγεφ και είναι αποφασισμένος να πάρει από αυτόν το 100% είναι απολύτως αληθές αλλά όχι όλη η αλήθεια. Δεν είναι τυχαίο, πάντως , ότι ο Ραζβάν Λουτσέσκου βγήκε μπροστά, έβαλε «το στήθος του ασπίδα» και με δημόσιες δηλώσεις υπερασπίστηκε την επιλογή της απόκτησης του Γερεμέγεφ.
Η ιστορία αυτής της μεταγραφής αποτελεί, τελικά, ίσως την καλύτερη απόδειξη του γιατί ο Λουτσέσκου παραμένει ο πιο κατάλληλος προπονητής για τον ΠΑΟΚ: βάζει τον σύλλογο και τη δουλειά πάνω απ’ όλα, δουλεύει με τα εργαλεία που του δίνονται και προσπαθεί να αποσπάσει το μέγιστο δυνατό αποτέλεσμα κάτι που, τις περισσότερες φορές, καταφέρνει.